Κάποτε, η μισθωτή εργασία ήταν αυτή που εξασφάλιζε αυξανόμενο εισόδημα, ανοδική επαγγελματική σταδιοδρομία, ασφαλιστική κάλυψη και συνταξιοδότηση. Σήμερα όμως, σε πολλές ανεπτυγμένες οικονομίες οι νεότερες γενιές προσανατολίζονται σε ένα νέο μοντέλο εργασίας: αυτό του ελεύθερου αυτοαπασχολούμενου που συνάπτει πολλές συμβάσεις έργου μικρής διάρκειας με πολλούς διαφορετικούς «εργοδότες». Το μοντέλο της μαζικής αυτοαπασχόλησης, που κάνει τις μεγαλύτερες γενιές να φρίττουν, έχει ήδη όνομα : «gig economy».

Αρκεί να δοκιμάσει κανείς μια σύντομη έρευνα στο internet για να διαπιστώσει πόσο γρήγορα επεκτείνεται η τάση αυτή, ιδίως στις ΗΠΑ: Upwork, Fiver, Bark, Uber, και πολλές άλλες λιγότερο γνωστές πλατφόρμες παρέχουν έναν εικονικό τόπο συνάντησης ανάμεσα στον εργοδότη και στον προσφέροντα μια υπηρεσία, σε μια αγορά όπου τον κύριο λόγο έχει ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης.

Ο ρόλος της τεχνολογίας στην εξέλιξη του μοντέλου εργασίας είναι κρίσιμος: χωρίς αυτές τις πλατφόρμες «συνάντησης», θα ήταν εξαιρετικά χρονοβόρο και κοστοβόρο και για τους μεν και για τους δε να αναζητούν πολλές συνεργασίες μικρής διάρκειας.

Τι είναι αυτό που κάνει τη γενιά των millenials να «αποστρέφεται» τη σταθερότητα και την ασφάλεια της μισθωτής εργασίας και να προτιμά τη ζωή του serial gigger; Τι είναι αυτό που κάνει μια επιχείρηση να προτιμά προσωρινές συνεργασίες αντί να επιδιώκει μακροπρόθεσμη σχέση με το προσωπικό της; Ακόμη περισσότερο, είναι ατομικές οι αιτίες του φαινομένου ή κοινωνικές;

Όσοι μελετούν το αναδυόμενο μοντέλο της gig economy, όπως ο οικονομολόγος της εργασίας Paul Oyer του Stanford Graduate School of Business, καταγράφουν πράγματι μια μεγάλη ποικιλία παραγόντων που εξηγούν την ανάπτυξη της gig economy:

Ψηφιοποίηση της οικονομίας: η τεχνολογική εξέλιξη σημαίνει πως μπορεί πλέον κανείς να εργάζεται απ’οπουδήποτε. Αργά αλλά σταθερά, ακόμη και στην Ελλάδα, η έννοια της εργασίας διαχωρίζεται από την έννοια του «γραφείου της επιχείρησης». Η τεχνολογία μας επιτρέπει να εργαζόμαστε από άλλο κτίριο, άλλη πόλη ή και άλλη χώρα.

Διεθνοποίηση: δεν υπάρχει λόγος να μην εκτελέσει κάποιος στη Σιγκαπούρη ένα έργο για τον προσωρινό εργοδότη του που βρίσκεται στο Σικάγο. Επιπλέον, ο  Paul Oyer επισημαίνει πως η gig economy δίνει δυνατότητα εργασίας σε ανθρώπους που βρίσκονται σε χώρες όπου δεν θα μπορούσαν να βρουν εργασία λόγω τοπικών πολιτικών ή οικονομικών συνθηκών.

Οικονομικές κρίσεις και περικοπές: πολλές επιχειρήσεις κλείνουν, ενώ τα συνταξιοδοτικά και ασφαλιστικά δικαιώματα των μισθωτών γίνονται όλο και πιο φτωχά. Η μισθωτή εργασία σιγά-σιγά παύει να χαρακτηρίζεται από «ασφάλεια και σταθερότητα». Οι επιχειρήσεις αναζητούν τρόπους μείωσης του λειτουργικού τους κόστους σε ενοίκια, προσωπικό, εκπαίδευση κ.λπ. και ευνοούν την απασχόληση συνεργατών όταν και για όσο τους χρειάζονται, προτιμώντας να συνάπτουν συμβάσεις έργου αντί για συμβάσεις εργασίας.

Ανάγκη παροχής υπηρεσιών από εξειδικευμένους επαγγελματίες: πολλές επιχειρήσεις χρειάζονται μια πληθώρα εξειδικευμένων συνεργατών χωρίς όμως να υπάρχει αντικείμενο πλήρους απασχόλησής τους που να «δικαιολογεί» το υψηλό τους κόστος. Η gig economy επιτρέπει στους εξειδικευμένους αυτοαπασχολούμενους να χρεώνουν πολλούς διαφορετικούς εργοδότες, και σε κάθε εργοδότη να έχει πρόσβαση σε όσους ειδικούς χρειάζεται χωρίς να τον απασχολεί μακροπρόθεσμα το υψηλό κόστος του.

Ευελιξία: πολλοί freelancers προτιμούν ένα μοντέλο εργασίας που τους επιτρέπει να εργάζονται όταν και όσο αυτοί θέλουν, προκειμένου να συμβιβάσουν την εργασία τους με τις προσωπικές τους προτεραιότητες, είτε αυτές αφορούν στην οικογένεια είτε σε προσωπικά ενδιαφέροντα. Για παράδειγμα, πολλοί γονείς επιλέγουν να εργαστούν κατ’αυτό τον τρόπο τις ώρες που τα παιδιά τους είναι στο σχολείο. Άλλοι είναι διατεθειμένοι να εργαστούν περισσότερες ώρες ή να επιλέξουν μια ώρα-περίοδο «αιχμής» προκειμένου να αυξήσουν το εισόδημά τους. Ο κάθε εργαζόμενος μπορεί να αναπτύξει τη δική του «στρατηγική» τιμολόγησης / χρόνου εργασίας / εισοδήματος, και να την τροποποιεί ανάλογα με τις ανάγκες του.

Όχι στην εργασία – αγγαρεία: τόσο οι νεοεισερχόμενοι όσο και οι «παλαίμαχοι» του επαγγελματικού στίβου που ασπάζονται την gig economy, επιδιώκουν να αναλαμβάνουν μόνο εργασίες που τους ενδιαφέρουν, αντί να δεσμεύονται σε μια μισθωτή θέση που τους παρέχει σταθερότητα σε μια απασχόληση που τους είναι αδιάφορη / κουραστική / ελάχιστα παρακινητική. Πολλοί νέοι προτιμούν, αντί να μείνουν άνεργοι ή να καταφύγουν σε μια «προσωρινή»  εργασία άσχετη με το επάγγελμά τους, να εργάζονται με μικρές συμβάσεις έργου (π.χ. σαν μηχανικός είναι καλύτερα  να έχεις μερική απασχόληση μηχανικού μέσω Upwork παρά μερική απασχόληση ως delivery στην πιτσαρία της γειτονιάς).

Όπως καθετί «αναδυόμενο», έτσι και η gig economy δημιουργεί τόσες ευκαιρίες όσα και προβλήματα:

Ανώριμο θεσμικό πλαίσιο: το σχετικό νομικό, φορολογικό και ασφαλιστικό πλαίσιο είναι κι αυτό αναδυόμενο, επομένως επιφυλάσσει εκπλήξεις στους εργαζόμενους, αλλά και στις επιχειρήσεις.

Αλήθεια, πώς θα εξελιχθεί το HR όταν όλο και περισσότεροι υποψήφιοι δεν είναι διατεθειμένοι να δεσμευτούν μακροπρόθεσμα με μια επιχείρηση που τους χρειάζεται;

Κυμαινόμενο εισόδημα: Το εισόδημα του αυτοαπασχολούμενου εξαρτάται από εποχικότητες, μικρές και μεγάλες οικονομικές κρίσεις, ή και από μια ραγδαία αύξηση της προσφοράς. Αυτό σημαίνει πως ο εργαζόμενος πρέπει να μάθει να διαχειρίζεται τη διακύμανση του εισοδήματός του, να την προβλέπει ή δυνατό και να διαχειρίζεται ένα «αποθεματικό». Ο Paul Oyer υπολογίζει εξάλλου πως οι αυτοαπασχολούμενοι στις ΗΠΑ κερδίζουν περίπου 6% λιγότερα από τους μισθωτούς αν και εν μέρει, αυτό οφείλεται στο ότι επιλέγουν να εργάζονται λιγότερες ώρες.

Άγχος και ένταση: Η ελεύθερη εργασία σημαίνει ουσιαστικά πως ο εργαζόμενος είναι επιχειρηματίας που πρέπει να «κυνηγά» τα έσοδα, άρα να έχει ισχυρή προσωπική κινητοποίηση και να αντέχει την πίεση και το άγχος που προέρχεται από την έλλειψη σταθερού εισοδήματος. Ένας μισθωτός μπορεί κάποιο διάστημα να «πέσει» από πλευράς παραγωγικότητας ή να απουσιάσει λόγω ασθένειας από την εργασία του χωρίς επίδραση στο εισόδημά του. Ένας αυτοαπασχολούμενος δεν έχει αυτή την «πολυτέλεια». Από την άποψη αυτή, ο αυτοαπασχολούμενος υφίσταται μεγαλύτερη ένταση και άγχος από τον μισθωτό.

Κοινωνική απομόνωση: όπως τονίζει ο Paul Oyer, ο χώρος εργασίας δεν προσφέρει μόνο εισόδημα αλλά και έναν κοινωνικό και πολιτιστικό περίγυρο στον οποίο βρίσκεται εκτεθειμένος ο εργαζόμενος είτε το επιδιώκει είτε όχι. Ως αποτέλεσμα, πολλοί θεωρούν το «γραφείο» σαν δεύτερη οικογένεια, κάνουν φιλίες εκεί ή γνωρίζουν το ταίρι τους στην εργασία τους. Η αυτοαπασχόληση μπορεί να φαντάζει απωθητική σε πολύ κόσμο λόγω της έλλειψης αυτού του «αυτόματου» κοινωνικού περίγυρου.

Ασφαλώς, η αυτοαπασχόληση δεν είναι κάτι καινούργιο ή πρωτοποριακό. Το διαφορετικό που φέρνει η gig economy είναι το δραστικά σημαντικότερο ποσοστό του επαγγελματικά ενεργού πληθυσμού που προτίθεται να σταδιοδρομήσει αυτοαπασχολούμενο. Είτε αυτό οφείλεται σε μια «προσχεδιασμένη απαξίωση της μισθωτής εργασίας» είτε αποτελεί εκκούσια επιλογή των νεότερων γενεών, αν η τάση αυτή επαληθευτεί και από αναδυόμενη μετατραπεί σε επικρατούσα, ο κόσμος των επιχειρήσεων, η οικονομία αλλά και η κοινωνία γενικότερα θα πρέπει να είναι έτοιμος για πολλές, αναπάντεχες προκλήσεις.

Με το εκπαιδευτικό πρόγραμμα της HRP – Krauthammer, Reload your entrepreneurship mindset, θα μάθεις να σκέφτεσαι και να πράττεις, εσύ ή οι υπάλληλοι της εταιρείας σου, με το όραμα, την δυναμική και τις αξίες ενός ηγέτη ελεύθερου επαγγελματία ή επιχειρηματία, που σέβεται την πρωτοβουλία, αναλαμβάνει ευθύνες, αξιολογεί το ρίσκο και αξιοποιεί την καινοτομία.

Dimitris Papadimitriou, MBA-DEA is a Krauthammer & HRP Behavioural Trainer – Consultant & Career Coach who likes to think as a “Peoplesware Developper”. He has also a solid successful track record in start-ups mentoring, being passionate with entrepreneurship models, change and innovation, Design Thinking and Project Management methodology.